Τρίτη εβδομάδα του Νοέμβρη με πρεμιέρα που περίμενε πολύς κόσμος. Αυτή του «Fantastic Beasts: The Crimes of Grindewald» που επισήμως (σενάριο ξανά δια χειρός J.K. Rowling), επεκτείνει το σύμπαν του ‘Harry Potter’, ως μέρος σειράς από κινηματογραφικά prequels.
Θα είμαι ξεκάθαρος. Δεν είμαι ‘βαμμένος’ ‘Harry Potter fan’. Προσωπικά ο ‘Wizarding World’ που πλάθει η Rowling, δε με αφήνει αδιάφορο, όπως δεν με άφησε το πρώτο πολύ αξιόλογο ‘Fantastic Beasts’. Όμως, ακόμη και μεταξύ των φίλων της σειράς των βιβλίων, υπάρχει χάσμα για το κατά πόσο από ταινία σε ταινία επιτυγχάνεται καλή μεταφορά.

Αρχικά, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι η ταινία σε ότι αφορά ‘ατμόσφαιρα’ είναι άρτια γενικά αν και με δοκιμασμένη συνταγή. Για άλλη μια φορά, τόσο ο James Newton Howard στη μουσική επένδυση, όσο και ο David Yates στη σκηνοθεσία, μαζί με τη βοήθεια των τμημάτων ένδυσης και φωτογραφίας, ζωντανεύουν ένα θαυμαστό κόσμο εποχής. Σε αυτό το σημείο, βέβαια, οφείλω να προβληματιστώ πιο ειδικά, καθώς το πρώτο Fantastic Beasts μας έδινε μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα της ατμόσφαιρας της εποχής των ‘roaring twenties’, όντας στη Νέα Υόρκη, ακόμα και με έξτρα δόση φαντασίας, που προσωπικά με κέρδισε. Στη δεύτερη ταινία, όντας στο Παρίσι της ίδιας εποχής, δε μας δίνεται κάποια τέτοια αίσθηση της πόλης, πέρα από ένα γκρίζο, αστικό, καταθλιπτικό τοπίο, με κάποια νεοκλασικά κτίρια να σπάνε τη μονοτονία. Από εκεί και πέρα, το casting που έχει γίνει είναι πολύ καλό, με ηθοποιούς που κάνουν όσο το δυνατόν πιο επαγγελματική δουλειά να δώσουν μία σφιχτοδεμένη εικόνα από αξιομνημόνευτους, μικρούς και μεγάλους χαρακτήρες, ειδικά με τον περιορισμένο χρόνο που τους δίνεται.

Δυστυχώς, τα παραπάνω δε φτάνουν για να απολαύσει κανείς την ταινία. Πολλοί νέοι χαρακτήρες και γεγονότα εισάγονται, με άνιση κατανομή στο χρόνο παρουσίας τους και της βαρύτητάς τους. Έχουμε, ας πούμε, ένα Johnny Depp που ο χαρακτήρας και οι πράξεις του δε δικαιολογούν τον τίτλο της ταινίας. Ο ίδιος ο ηθοποιός, δε φαίνεται καν να προσπαθεί, κάτι απόλυτα λογικό μέσα στο περιοριστικό σενάριο και τους επίπεδους διαλόγους. O Jude Law, από την άλλη, έξοχος στην ερμηνεία του ως Albus Dumbledore ή τουλάχιστον για όσο πρόλαβε. Ακόμα και τα διάφορα μαγικά πλάσματα, έχουν πιο περιορισμένο screen-time σε σχέση με την προηγούμενη ταινία. Πραγματικά, το story σε αφήνει με ένα ανικανοποίητο συναίσθημα σαν να ήταν πολλά αυτά που θα μπορούσε να πει και δεν έκανε ή τουλάχιστον όχι με ικανοποιητική σειρά. Παράλληλα, φαίνεται να γίνεται επίπονη προσπάθεια να ισορροπήσει ο ρυθμός αφήγησης και με τους ήδη γνωστούς χαρακτήρες των οποίων οι ιστορίες ξεπετάγονται άβολα σε διάφορα σημεία της ταινίας, χωρίς να κάνουν ιδιαίτερη αίσθηση. Τα δύο βασικά ρομάντζα και πολλές ακόμα σχέσεις χαρακτήρων δεν πάνε πουθενά, ίσως με την ελπίδα να επανέλθουν σε επόμενες ταινίες. Υπάρχουν στιγμές που το σενάριο φαίνεται να έχει ‘πετσοκοφτεί’ στο editing, ενώ άλλες να’χει ‘τραβηχτεί απ’τα μαλλιά’. Με κάνει να αναρωτιέμαι αν όλο αυτό συμβαίνει απλά για να βγει το πρόγραμμα της παραγωγής;

Εδώ, όμως, μας ενδιαφέρει η ταινία καθεαυτή. Δηλαδή, το κατά πόσο οι χαρακτήρες και οι ιστορίες τους μπορούν να σταθούν αφεαυτού και όχι με απώτερο σκοπό να βγει το πλάνο πέντε ταινιών της Warner, σε βάρος του χρόνου και των χρημάτων μας, για να μη μιλήσω για όσους ενδιαφέρονται αυθεντικά για το franchise. Πραγματικά, μου έκανε αίσθηση η θέα των τόσων απογοητευμένων προσώπων στην έξοδο από την αίθουσα προβολής. Ούτε μία παρέα να σχολιάζει με ενθουσιασμό, ως είθισται. Δυστυχώς, αυτό επιβεβαιώνει το φαινόμενο που βλέπουμε όλο και συχνότερα σε blockbuster-σειρές. Ένα συνονθύλευμα από πολιτικές studios και παραγωγών, με πολλές φορές τους βασικούς δημιουργούς να κινούνται διστακτικά στο background. Ελπίζω, τουλάχιστον, αυτό να έχει συμβεί και στην περίπτωση της Rowling, καθώς μας είχε συνηθίσει σε καλύτερα πράγματα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here